«Ο Μανάβης», ένα road movie του Δ. Κουτσιαμπασάκου


Ο 
κύριος Νίκος Αναστασίου,
62 ετών, ο μανάβης, 
με τη γυναίκα του
Σοφία
,
σχεδόν για τρεις δεκαετίες μία φορά την εβδομάδα -κάθε Τετάρτη
ανελλιπώς- 
επισκέπτονται με το μικρό φορτηγό
τους τα ορεινά και δύσβατα χωριά
 της
οροσειράς της νοτιοδυτικής Πίνδου στο 
νομό
Τρικάλων
.
Το ταξίδι διαρκεί δυο με τρεις ημέρες την κάθε φορά (ανάλογα με την
εποχή) και περιλαμβάνει επισκέψεις σε οκτώ συγκεκριμένα
χωριά. 





Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το μανάβικο εκτός από ένας χώρος
συναλλαγών γίνεται ένας τόπος διαπροσωπικής επικοινωνίας. Άλλωστε,
τόσα χρόνια με τον κύριο Νίκο και την κυρία Σοφία όλοι οι κάτοικοι
έχουν αναπτύξει μια οικεία σχέση – «έχουμε μεγαλώσει μαζί» καθώς
συνηθίζουν να λένε. 





Έτσι, 
σε κάθε στάση του εποχούμενου
μανάβικου
,
σε κάθε χωριό και σε κάθε μαχαλά, 
εκτυλίσσονται
μικρά δρώμενα
 –
άλλοτε τρυφερά, άλλοτε αστεία, άλλοτε δραματικά, γεμάτα από
πειράγματα, παράπονα, κεράσματα, αλλά και λόγια κατανόησης και
παρηγοριάς στα προβλήματα, στον πόνο ή στη δυστυχία
κάποιου. 





Ο κύριος Νίκος και η κυρία Σοφία είναι 
οι
«πρωταγωνιστές» της νέας ταινίας του Τρικαλινού σκηνοθέτη Δημήτρη
Κουτσιαμπασάκου.

«Ο Μανάβης»,
που τιμήθηκε με το 
Βραβείο Κοινού για
ελληνική ταινία άνω των 45′ στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Επίσης, έχει αποσπάσει κολακευτικές κριτικές από ελληνικά και ξένα
έντυπα.



Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, «σήμερα για τους λιγοστούς μόνιμους
κατοίκους των χωριών αυτών, 
η εβδομαδιαία
επίσκεψη του μανάβη είναι πολύ σημαντική και την περιμένουν με
ανυπομονησία
«.
Άλλωστε, γι’ αυτό και ο κ. Αναστασίου μόλις φτάνει σε κάποιο χωριό
βάζει να ηχήσει από τα μεγάφωνά του ένα συγκεκριμένο δημοτικό
τραγούδι (που είναι διαφορετικό για κάθε χωριό) έτσι ώστε όλοι να
καταλάβουν ότι είναι εκείνος που έφτασε και όχι κάποιος άλλος. Και
το τραγούδι αυτό είναι το ίδιο εδώ και 30
χρόνια. 





Στο ερώτημα αν ο ερχομός του μανάβη επηρεάζει τη ζωή στα χωριά και
την καθημερινότητά των κατοίκων τους, ο κ. Κουτσιαμπασάκος απαντά
καταφατικά και τονίζει πως το ίδιο γίνεται κι όταν τα
εγκαταλείπει. 





«Οι σπόροι, τα κηπευτικά και τα λουλούδια που φέρνει ο κ.
Αναστασίου την άνοιξη θα φυτευτούν στα χωράφια και στα παρτέρια και
θα αποτελέσουν αντικείμενο φροντίδας για μεγάλο διάστημα. Σε λίγο
καιρό, αφού αναπτυχθούν, θα στολίσουν τις αυλές των σπιτιών με κάθε
λογής λουλούδια ενώ το καλοκαίρι οι κήποι θα γεμίσουν από λαχανικά.
Κι 
όταν θα έρθει το φθινόπωρο κι ο χειμώνας, ο
μανάβης, κάθε Τετάρτη, θα είναι πάντα εκεί
 με
τα είδη της εκάστοτε εποχής. Ένα από αυτά τα χωριά», λέει ο
σκηνοθέτης, «είναι και το δικό του χωριό. Ο ίδιος, έφηβος ακόμη,
θυμάται το καλοκαίρι να ακούει πρώτα τη δυνατή μουσική από τα
μεγάφωνα του φορτηγού του και μετά να εμφανίζεται στην πλατεία του
χωριού του με την καρότσα του γεμάτη λαχταριστά
φρούτα». 




«Ο Μανάβης» είναι, σύμφωνα με τον ίδιο,  ένα ανθρωπολογικό
ντοκιμαντέρ, 
ένα «road movie» στον τόπο και
τους ανθρώπους μιας παραμελημένης από την πολιτεία περιοχής της
Ελλάδος
.
Στα γυρίσματα, που διήρκεσαν έναν χρόνο, στόχος πάνω απ΄ όλα ήταν
να καταγραφεί η αμεσότητα της επικοινωνίας του μανάβη με τους
κατοίκους που υπερβαίνει την απλή αγοραπωλησία προϊόντων και
γίνεται ανθρώπινη επαφή. 





«Μέσα σε αυτό το διάστημα, 
το κάθε χωριό
ανέδειξε τους δικούς του ‘χαρακτήρες’
,
διαφορετικού φύλου και ηλικίας, που σε κερδίζουν με την
προσωπικότητα και τη συμπεριφορά τους. 
Κάθε
εποχή τους συναντάμε αλλαγμένους
 –
άλλοτε χαρούμενους, άλλοτε λυπημένους – με φόντο ένα διαφορετικό
φυσικό περιβάλλον. Κάποιες φορές κάποιοι από αυτούς δεν θα
εμφανιστούν ποτέ ξανά», διαπιστώνει ο
σκηνοθέτης.

 




Top